Το θέμα της αποχής επί στρογγυλής τραπέζης…

Ειρήνη Μαρία Σταματοπούλου | 


Κατεβάστε το paper

Οι εθνικές εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου 2015 δίνουν το έναυσμα να προβεί κανείς σε σημαντικές αναγνώσεις-αναλύσεις και παρατηρήσεις. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι πολιτικός επιστήμονας, ή πολιτικός, ή δημοσιογράφος για να μεταφράζει αυτά που παρατηρεί. Το μόνο που χρειάζεται είναι ο παρατηρητής-αναλυτής-κριτής να έχει ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά του, να βλέπει και να ακούει. Αυτό απαιτεί δύο πράγματα. Πρώτον κριτική σκέψη και δεύτερον έλλειψη φανατισμού. Με αυτά τα δύο εφόδια όλοι συμμετέχουμε και όλοι έχουμε τη δική μας άποψη επί του πολιτικού γίγνεσθαι στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής και πολιτισμένης κοινωνίας.

Η κριτική σκέψη αναπτύσσεται και εξελίσσεται ανάλογα με τις εμπειρίες και τις γνώσεις του κάθε ατόμου. Κριτική σκέψη σημαίνει βλέπω κάτι, το επεξεργάζομαι, το μελετώ και εξαγάγω ένα συμπέρασμα. Όλοι μπορούμε να το κάνουμε, και μην μας εκπλήξει το γεγονός ότι ο καθένας μας θα βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ο καθένας μας έχει το δικό του τρόπο σκέψης, άρα θα καταλήξει σ’ ένα δικό του συμπέρασμα που είναι απόλυτα σεβαστό.

Επομένως καταλήγουμε σε μια πληθώρα απόψεων. Με άλλες συμφωνούμε και με άλλες διαφωνούμε. Σε καμία όμως περίπτωση δεν πρέπει να φανατιζόμαστε. Φανατισμός για τη δική μου άποψης σημαίνει επιβολή όσων πιστεύω. Επιβολή σημαίνει κατάλυση του δημοκρατικού διαλόγου, άρα και της δημοκρατίας. Ο φανατισμός, σε κάθε επίπεδο βέβαια, αντί να ανοίγει τα μάτια μας, τα κλείνει περισσότερο στενεύοντας τις παρωπίδες. Αντί να προσθέτει κάτι στη σκέψη μας, που ενδεχομένως να μας διέφυγε ή να αγνοήσαμε την ύπαρξή του, αφαιρεί από αυτήν το δικαίωμα μιας συνειδητής διαμόρφωσης. Η έλλειψη, επομένως, του φανατισμού, της προκατάληψης και της δεισιδαιμονίας βοηθά στην ανάπτυξη μιας υγειούς κριτικής σκέψης η οποία οδηγεί στην εξαγωγή υγιέστερων, πληρέστερων και ασφαλέστερων συμπερασμάτων.

Τρεις κατηγορίες

Προσπαθώντας, λοιπόν, να προσεγγίσω και να αναγνώσω με κριτική σκέψη και χωρίς φανατισμό, οι εθνικές εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη μου έδωσαν το έναυσμα για να προβώ σε κάποιες παρατηρήσεις. Η σημαντικότερη από αυτές πιστεύω ότι είναι αυτή της αποχής.

Στις εκλογές, βάσει στοιχείων του Υπουργείου Εσωτερικών, ψήφισαν το 56,5% των εγγεγραμμένων του ελληνικού πληθυσμού. Η αποχή έφτασε το ύψος του 43%. Αυτό το ποσοστό το διαχωρίζω σε τρεις κατηγορίες.

Πρώτη κατηγορία είναι αυτή των πολιτών που απέχουν από χαβαλέ, που προτίμησαν τη διασκέδαση από την κάλπη, που η αδράνεια είναι στάση ζωής. Δεύτερη είναι αυτή που ταυτίζεται με την άποψη «η πολιτική δεν με αφορά», και τρίτη κατηγορία είναι αυτή της συνειδητής πολιτικής επιλογής της αποχής.

Ο χαβαλές κατ’ εμέ, σε τέτοιες κρίσιμες πολιτικές στιγμές για τη χώρα μας, έχει τελειώσει προ πολλού. Όλοι, πόσο μάλλον οι νέοι, έχουμε ευθύνη αλλά και υποχρέωση συμμετοχής. Πολλοί δεν ασχολούνται με την πολιτική, ασχολείται όμως η πολιτική με αυτούς. Δεν συμμετέχουμε όλοι στα κοινά, αλλά συμμετέχουν όσοι εμείς διαλέγουμε με τη ψήφο μας, οι οποίοι προασπίζουν τα δικαιώματά μας και αγωνίζονται γι’ αυτά. Άρα το να αναθέτουμε τη δική μας απόφαση και το δικό μας μέλλον σε χέρια άλλων κάθε άλλο παρά υπευθυνότητα δηλώνει. Δηλώνει δειλία και φυγοπονία. Αναφέρομαι βέβαια στις δύο πρώτες κατηγορίες της αποχής.

Θα ήθελα να σταθώ στην τρίτη κατηγορία, όπου κατά τη γνώμη μου πρέπει περισσότερο να στραφούν τα βλέμματα. Τις δύο πρώτες, όπως έγραψα, δεν τις αποδέχομαι όμως τις σέβομαι. Την Τρίτη εκδοχή-κατηγορία της αποχής την αποδέχομαι γιατί έχει ένα στοιχείο που τη διαφοροποιεί και είναι άξιο συζήτησης. Αυτό της πολιτικής και ενσυνείδητης επιλογής.

«Δεν απέχω από άποψη που δεν τη στηρίζω πουθενά. Απέχω από πολιτική άποψη γιατί κανένας δεν με εκφράζει, γιατί γίνονται τα ίδια και τα ίδια, γιατί η ψήφος μου δεν έχει δύναμη, γιατί δεν ξέρω τι να ψηφίσω, γιατί έχω απογοητευτεί και η αποχή μου θα στείλει ένα μήνυμα». Αυτοί οι προβληματισμοί έχουν κυριεύσει τις σκέψεις των συμπολιτών μας και έχουν αδρανήσει τις κινήσεις μας.

Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί εξετάζονται πάντα υπό τις τρέχουσες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες. Καμία από τις τρεις κατηγορίες της αποχής δεν δικαιολογώ. Αυτή, όμως, η τελευταία έχει πολλά να μας διδάξει. Μας διδάσκει ότι όλοι μας έχουμε έρθει στα όριά μας και εδώ είναι που απαιτείται ψυχραιμία. Θα ήθελα όλοι να συμφωνήσουμε στο ότι η ψήφος μας έχει δύναμη γιατί οι πολιτικοί είναι οι καθρέφτες μας. Είναι ό,τι είμαστε. Και είμαστε εδώ οπότε πρέπει και οι πολιτικοί μας να είναι εδώ κι αυτό γίνεται με τη ψήφο μας. Βέβαια η ψήφος πρέπει να είναι αποτέλεσμα ψύχραιμης, συνειδητής -και κατόπιν μελετών- σκέψης, η οποία βάζει σε πρώτη γραμμή το συλλογικό συμφέρον και την πρόοδο. Εφόσον βέβαια αυτό είναι που θέλουμε.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Το ερώτημα είναι πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα της αποχής. Καταρχήν κάθε κατηγορία έχει το δικό της τρόπο επίλυσης.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες είναι αδικαιολόγητες και θεραπεύονται με παιδεία. Η παιδεία παρέχει την απαιτούμενη γνώση ότι η κοινωνία στην οποία καλούμαστε να επιβιώσουμε είναι μια αλυσίδα, που η αδράνεια του ενός κρίκου επηρεάζει την κινητικότητα των άλλων κρίκων. Έτσι και οι χαβαλέδες και οι αδρανείς, δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες αλλά εκμεταλλεύονται τα προνόμια που αποκτήθηκαν από όσους πήραν το θάρρος της απόφασης. Γιατί τα προνόμια όλοι μάθαμε να τα εκμεταλλευόμαστε. Όταν έρχεται η στιγμή των αποφάσεων πολλοί κάνουν πίσω.

Οι χαβαλέδες, λοιπόν, και οι αδρανείς μέσα από συζητήσεις και διαλόγους θα κατανοήσουν τη σημαντικότητα της συμμετοχής. Επειδή, όμως, είναι θέμα παιδείας, πρέπει να δοθεί προσοχή στα ευδιάκριτα όρια μεταξύ «πείθω τον κόσμο να συμμετάσχει» και «αναγκάζω τον κόσμο να συμμετάσχει». Η πειθώ μεταφράζεται σε αναγκασμό όταν το ίδιο το άτομο δεν αποδέχεται οικειοθελώς την αναγκαιότητα της συμμετοχής.

Όπως έγραψα και παραπάνω, όλοι έχουν το δικό τους τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, το θέμα είναι ότι όταν πρόκειται για συλλογικά έργα που αφορούν το μέλλον μιας χώρας, όπως οι εκλογές, η ατομικότητα και το προσωπικό συμφέρον υποχωρεί μπροστά στο κοινό καλό. Η υποκειμενικότητα αντικειμενικοποιείται καθώς πρόκειται για κάτι που πρέπει να γίνει συντονισμένα και προς την ίδια κατεύθυνση, αυτή της ανάπτυξης και της προόδου.

Όσον αφορά την τρίτη κατηγορία της αποχής, αυτής της πολιτικά συνειδητής επιλογής, το πεδίο διευρύνεται. Η αντιμετώπιση αυτής της κατηγορίας οφείλει να ξεκινήσει από τη βάση της.

«Γιατί απογοητευτήκαμε;», «γιατί φτάσαμε σε σημείο να μην ξέρουμε τι να ψηφίσουμε;», «τι πήγε στραβά;», είναι μερικά από τα ερωτήματα που δημιουργήθηκαν. Φτάσαμε σε σημείο να μην ξέρουμε τι να ψηφίσουμε γιατί συνειδητοποιήσαμε ότι ιδεολογίες στην πρακτική δεν υπάρχουν; Ότι θίχτηκαν συμφέροντά μας που πολιτικά κόμματα υποσχέθηκαν να μην αγγίξουν; Φτάσαμε σε σημείο να μην ξέρουμε τι να ψηφίσουμε γιατί ξεβολευτήκαμε; Ξεχάσαμε να θυσιάζουμε όλοι μέρος τον προνομίων μας προκειμένου να καλυτερεύσει η οικονομία της χώρας μας; Δεν ψηφίσαμε κανέναν γιατί κανένας από αυτούς δεν πρόκειται να τηρήσει τις υποσχέσεις του και κανένας δεν θα μας βολέψει;

Αλλαγή νοοτροπίας και αντιλήψεων…

Χρησιμοποιώ α’ πληθυντικό πρόσωπο γιατί είμαι μέλος της κοινωνίας και οι πράξεις συμπολιτών μου παρασύρουν και εμένα. Οπότε η βάση τίθεται στη νοοτροπία. Νοοτροπία που παραμερίζει το συμφέρον των πολλών για το συμφέρον των ατόμων. Προφανώς και έχουμε έρθει όλοι στα όριά μας και πολλοί συμπολίτες μας αδυνατούν να καλύψουν βασικές βιοτικές ανάγκες.

Αν όμως δεν συμμετέχουμε τα δεινά θα γίνουν δεινότερα. Για αλλαγή νοοτροπίας απαιτείται και πάλι παιδεία. Απαιτείται να γίνουμε εμείς η αλλαγή που θέλουμε να δούμε. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η κοινωνία ως αλυσίδα έχει ανάγκη από όλα της τα μέλη. Τα οποία μέλη συμβιώνουν, συναποφασίζουν και συμμετέχουν. Η αποχή αντιμετωπίζεται με την συνειδητοποίηση καθενός από εμάς της αναγκαιότητας της συμμετοχής στα κοινά. Ως πολίτες μπορούμε με μικρές  κινήσεις να συμβάλλουμε στη ροή των πολιτικών πραγμάτων. Μία τέτοια κίνηση είναι η ψήφος μας.

Δεν έχω το δικαίωμα να επιβάλω σε κανέναν να κάνει κάτι, ούτε να του αλλάξω γνώμη. Οφείλω, όμως, να θέτω προβληματισμούς, τους οποίους ο καθένας αξιοποιεί κατά τον δικό του τρόπο. Πιστεύω ότι το δικαίωμα ψήφου, που πρόγονοί μας αγωνίστηκαν γι αυτό, πρέπει να το εξετάζουμε όχι ως δικαίωμα αλλά ως υποχρέωση. Και η μη ανάληψη υποχρέωσης έχει συνέπειες. Ζούμε όλοι μαζί στην ίδια χώρα θέλοντας το ίδιο καλό, ανάπτυξη και πρόοδο. Δεν είμαστε απλοί θεατές. Συμμετέχουμε καθημερινά, τα κοινά είναι δίπλα μας και τα ζούμε.

Όταν απέχουμε από κάτι που μας αφορά, όταν αποφασίζουμε να απέχουμε από διαδικασίες που καθορίζουν το μέλλον μας, την ίδια μας τη ζωή, όταν εκχωρούμε σε «τρίτους», εν προκειμένου σε δημοκρατικά πολιτικά κόμματα, να διαχειριστούν τις τύχες μας χωρίς εμείς οι ίδιοι να έχουμε συμμετάσχει στις κορυφαίες διαδικασίες με έκφραση γνώμης, επιλογής ή εμπιστοσύνης, τότε ίσως αναρωτηθεί κάποιος παρατηρητής για το εάν οι απέχοντες «δικαιούνται ή νομιμοποιούνται» να διαμαρτύρονται την επαύριον για τα επελθόντα που ενδεχομένως θα θίγουν προσωπικά -και όχι μόνο- συμφέροντα.

Βέβαια από το ποσοστό της αποχής οφείλω να εξαιρέσω όσους εκ οικονομικών προβλημάτων δεν μπόρεσαν να μεταφερθούν στο τόπο όπου ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα. Αυτό ξεπερνάει τα όρια της αδικίας και αγγίζει τα όρια της καταγγελίας, καθώς πολλοί είχαν την ανάγκη να εκφραστούν μέσω της ψήφου τους και την κατέπνιξαν. Τέλος υπάρχουν κι άλλες παρατηρήσεις στις οποίες προαναφέρθηκα με αφορμή τις εθνικές εκλογές, οι οποίες λόγω της εξίσου σημαντικότητάς τους αξίζουν μεμονωμένη μνεία.

Θεωρώ, λοιπόν, την αποχή το σημαντικότερο θέμα που ανέδειξαν οι συγκεκριμένες εκλογές, το οποίο πρέπει να τεθεί σε συζητήσεις πολλών τραπεζιών και ο καθένας μας με κριτική σκέψη κι έλλειψη φανατισμού να αναλάβει τις ευθύνες του. Η αντιμετώπισή της είναι θέμα όλων μας, πολιτικών και μη. Το πρώτο βήμα είναι η ευαισθητοποίηση και η κινητοποίηση, τα υπόλοιπα έπονται.

Μην ξεχνάμε ότι εν έτει 2015 τα δικαιώματα του ανθρώπου χρήζουν υλοποίησης και στήριξης. Πόσο μάλλον το πολιτικό δικαίωμα της συμμετοχής, το οποίο καθορίζει το μέλλον. Μέλλον που εμείς χαράζουμε.


*Η Ειρήνη Μαρία Σταματοπούλου είναι φοιτήτρια Νομικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.